Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Rapunzel

A long time ago, a husband and wife lived happily in a cottage at the edge of a wood. But one day the wife fell ill. She could eat nothing and grew thinner and thinner. The only thing that could cure her, she believed, was a strange herb that grew in the beautiful garden next to their cottage. She begged her husband to find a way into the garden and steal some of this herb, which was called rapunzel.


Now this garden belonged to a wicked witch, who used it to grow herbs for her spells. 
One day she caught the husband creeping into her garden. When he told her what he had come for the witch gave him some rapunzel, but she made him promise to give her their first-born child in return. The husband agreed, thinking that the witch would soon forget the promise. He took the rapunzel back to his wife, who felt better as soon as she had eaten it.




A year later, a baby girl was born and the witch did come and take her away. She told the couple they would be able to see their daughter in the garden behind their house. Over the years they were able to watch her grow up into a beautiful child, with long fair hair. The witch called her Rapunzel after the plant her father had come to take.

When she was twelve years old, the witch decided to lock Rapunzel up in a high tower in case she tried to run away. The tower had no door or staircase, but Rapunzel was quite happy up there as she could sit at the window watching the life of the forest and talking to the birds. Yet sometimes she would sigh, for she longed to be back in the beautiful garden where she could run and skip in the sunshine. Then she would sing to cheer herself up.


 Each day, the witch came to see her, bringing fresh food. She would stand at the bottom of the tower and call out,

"Rapunzel, Rapunzel, let down your long hair."


 Rapunzel, whose long golden hair was plaited, would twist it round one of the bars and drop it out of the window, and the witch would climb up it. When she left, Rapunzel would let down her golden hair again, and the witch would slide nimbly down to the ground. One day, the king's son was riding through the forest when he heard Rapunzel singing. Mystified, he rode to the tower, but could see no door, so could not understand how anyone could be there. He decided to stay and watch the tower and listen to the singing. After a while the witch came along and the prince watched her carefully. ° his amazement, as she called out,

"Rapunzel, Rapunzel, let down your long hair," a long golden plait of hair fell almost to the ground.
The prince saw the witch climb up the hair and disappear through the window, and he made up his mind he would wait until she had gone and see if he could do the same.
So after the witch had gone, he stood where the witch had been and called,
"Rapunzel, Rapunzel, let down your long hair."
When the golden plait came tumbling down, he climbed up as the witch had done and found to his astonishment the most beautiful girl he had ever seen. They talked for a long time and then the prince left, promising to come again. Rapunzel looked forward to his visits, for she had been lonely. He told her all about the world outside her tower, and they fell deeply in love.


 One day Rapunzel said to the witch " Why is it when you climb up my hair you are so heavy? The handsome prince who comes is much lighter than you." 

At this, the witch flew into a rage and took Rapunzel out of the tower and led her into the forest to a lonely spot and told her she must stay there without food or shelter. The witch cut off Rapunzel's hair and then hurried back to the tower with the long plait of golden hair.
That evening when the prince came by, he called out as usual,
"Rapunzel, Rapunzel, let down your long hair."
The witch, who had secured the plait of golden hair inside the window, threw it down. The prince climbed up eagerly, only to be confronted with the wicked witch. "Aha," she cackled, "so you are the visitor who has been coming to see my little Rapunzel. I will make sure you won't see her again," and she tried to scratch out his eyes.


 The prince jumped out of the high window, but was not killed for he landed in a clump of thorny bushes. His face, however, was badly scratched and his eyes hurt so that he could not see, and he stumbled off blindly into the forest.


After several days of wandering and suffering, he heard a voice singing.

 

 Following the sound, he drew closer and realized he had found Rapunzel, who was singing as she worked to make a home for herself in the forest. He ran towards her, calling her name, and she came and kissed him. As she did so, his eyes were healed and he could see agan.The prince took Rapunzel to his father's palace. where he told his story. Rapunzel was reunited with her parents who were overjoyed to see their daughter again. and a proclamation was made banning the witch from the kingdom. Then a grand wedding took place. Rapunzel married the prince and lived with him for many years. As for the witch. she was never seen again.




http://www.childrenstory.info/childrenstories/rapunzel.html

Ραπουνζέλ

Πριν πολύ πολύ καιρό, ένα ευτυχισμένο αντρόγυνο ζούσε στο σπιτάκι του που βρισκόταν στην άκρη του δάσους. Κάποια μέρα όμως η γυναίκα αρρώστησε. Δεν μπορούσε να φάει κι αδυνάτιζε όλο και πιο πολύ. Πίστευε πως το μόνο που μπορούσε να την κάνει καλά ήταν ένα παράξενο βότανο που μεγάλωνε στον πανέμορφο κήπο δίπλα από το σπίτι τους. Παρακάλεσε λοιπόν τον άντρα της να βρει ένα τρόπο να τρυπώσει στον κήπο και να κλέψει μερικές ρίζες από αυτό το βότανο που το έλεγαν ραπουνζέλ.
Αυτός ο κήπος ήταν  μιας κακιάς μάγισσας κι εκεί μεγάλωνε βότανα για τα μαγικά της ξόρκια. Μια μέρα έπιασε τον άντρα να μπαίνει στον κήπο της. Όταν της είπε το λόγο, η μάγισσα του έδωσε το βότανο αλλά του ζήτησε να της υποσχεθεί πως σαν αντάλλαγμα, αυτός και η γυναίκα του θα της έδιναν το πρώτο τους παιδί. Ο άντρας δέχτηκε πιστεύοντας πως η μάγισσα θα το ξεχνούσε με τον καιρό. Πήγε λοιπόν το βότανο στη γυναίκα του κι εκείνη μόλις το έφαγε ένιωσε αμέσως καλά.
Ένα χρόνο μετά γέννησε ένα μικρό κοριτσάκι κι έτσι η μάγισσα πήγε να το πάρει. Τους είπε πως θα μπορούσαν να τη βλέπουν από τον κήπο που είχανε πίσω από το σπίτι τους. Έτσι καθώς τα χρόνια περνούσαν έβλεπαν το μωρό τους να μεγαλώνει και να γίνεται ένα όμορφο κοριτσάκι με μακριά ξανθά μαλλιά. Η μάγισσα την είχε ονομάσει Ραπουνζέλ όπως και το βότανο που είχε πάρει ο πατέρας της από τον κήπο.
Όταν έγινε δώδεκα χρονών, η μάγισσα αποφάσισε να κλειδώσει τη Ραπουνζέλ σε έναν ψηλό πύργο ώστε να μην μπορεί να φύγει ποτέ.
Ο πύργος δεν είχε πόρτα, ούτε και σκάλες αλλά η Ραπουνζέλ ήταν ευτυχισμένη εκεί βλέποντας από το παράθυρό της, τη ζωή στο δάσος και  μιλώντας στα πουλιά. Κάποιες φορές όμως αναστέναζε γιατί της έλειπε ο ομόρφος κήπος όπου μπορούσε να τρέξει και να χοροπηδήσει στο φως του ήλίου. Για να νιώσει καλύτερα λοιπόν άρχιζε να τραγουδάει.
Κάθε μέρα η μάγισσα πήγαινε να τη δει. Της πήγαινε και φαγητό. Στεκόταν λοιπόν δίπλα στον πύργο και φώναζε.
"Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε τα μακριά μαλλιά σου."
 Τα μακριά, χρυσαφένια μαλλιά της Ραπουνζέλ ήταν πλεγμένα κι έτσι τα τύλιγε σε μία μπάρα και τα έριχνε από το παράθυρο για να ανέβει η μάγισσα. Όταν η μάγισσα ήθελε να φύγει, με τον ίδιο τρόπο η Ραπουνζέλ έριχνε πάλι τα μαλλιά της από το παράθυρο και η μάγισσα γλυστρούσε με ευκολία μέχρι το έδαφος. 
Μια μέρα ο γιος του βασιλιά έκανε βόλτα στο δάσος με το άλογό του όταν άκουσε τη Ραπουνζέλ να τραγουδάει. Μαγεμένος πήγε προς τον πύργο αλλά δεν είδε πουθενά πόρτα και δεν μπορούσε να καταλάβει πως κάποιος μπορούσε να βρίσκεται εκεί πάνω. Αποφάσισε να κάτσει να ακούσει το τραγούδι βλέποντας τον πύργο. Μετά από λίγο ήρθε η μάγισσα και ο πρίγκηπας την παρακολούθησε προσεχτικά. Ξαφνιάστηκε όταν την άκουσε να φωνάζει.
"Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε τα μακριά μαλλιά σου." Μια μακριά πλεξούδα φάνηκε από το παράθυρο η οποία έφτανε ως το έδαφος.
Ο πρίγκηπας είδε τη μάγισσα να σκαρφαλώνει πάνω στην πλεξούδα και μετά να χάνεται πίσω από το παράθυρο και αποφάσισε να την περιμένει να φύγει ώστε να κάνει κι εκείνος το ίδιο.
Έτσι όταν έφυγε η μάγισσα, στάθηκε εκεί που είχε σταθεί και φώναξε.
"Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε τα μακριά μαλλιά σου."
Όταν η χρυσαφένια πλεξούδα άρχισε να ξετυλίγεται, σκαρφάλωσε και προς μεγάλη του έκπληξη είδε το ομορφότερο κορίτσι που είχε δει στη ζωή του. Μιλήσανε αρκετή ώρα και ο πρίγκηπας της υποσχέθηκε πως θα πήγαινε να τη δει ξανά. Η Ραπουνζέλ ανυπομονούσε γιατί ένιωθε πολύ μοναξιά. Της μίλησε για τη ζωή έξω από τον πύργο και ερωτευτήκανε βαθιά ο ένας τον άλλο.
Μια μέρα η Ραπουνζέλ ρώτησε τη μάγισσα. "Γιατί είσαι τόσο βαριά όταν σκαρφαλώνεις; Ο όμορφος πρίγκηπας που έρχεται είναι πολύ πιο ελαφρύς από εσένα." Η μάγισσα μόλις το άκουσε αυτό γέμισε με οργή και πήρε τη Ραπουνζέλ και την οδήγησε σε ένα απόμερο μέρος μέσα στο δάσος και της είπε πως πρέπει να μείνει εκεί χωρίς φαγητό και στέγη. Της έκοψε τη μακριά πλεξούδα και επέστρεψε στον πύργο.
Εκείνο το βράδυ όταν έφτασε ο πρίγκηπας στον πύργο φώναξε όπως έκανε και τα υπόλοιπα βράδια.
"Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε τα μακριά μαλλιά σου."
Η μάγισσα είχε δέσει τη μια άκρη της πλεξούδας και άφησε την άλλη να ξετυλιχτεί από το παράθυρο. Ο πρίγκηπας σκαρφάλωσε με ανυπομονησία μόνο και μόνο για να βρεθεί μπροστά στη μάγισσα. "Ώστε έτσι!" φώναξε "εσύ είσαι αυτός που ερχόταν κι έβλεπε τη μικρή μου τη Ραπουνζέλ. Να είσαι σίγουρος πως δε θα την ξαναδείς." Και προσπάθησε να του βγάλει τα μάτια.
Ο πρίγκηπας πήδηξε από το παράθυρο αλλά ευτυχώς προσγειώθηκε σε κάτι θάμνους και δε σκοτώθηκε. Το πρόσωπό του όμως είχε γεμίσει γρατζουνιές και τα μάτια του πονούσαν τόσο πολύ που δεν μπορούσε να δει κι έτσι περιφερόταν σαν τυφλός μέσα στο δάσος.
Μετά από άρκετες μέρες ταλαιπωρίας, άκουσε μια φωνή να τραγουδάει. Την ακολούθησε. Όταν έφτασε πιο κοντά κατάλαβε πως ήταν η Ραπουνζέλ που τραγουδούσε ενώ προσπαθούσε να φτιάξει ένα σπίτι για να έχει κάπου να μένει. Ο πρίγκηπας έτρεξε προς το μέρος της, φώναξε το όνομα της κι εκείνη πήγε κοντά του και τον φίλησε. Μόλις το έκανε αυτό τα μάτια του γιατρεύτηκαν και μπορούσε να δει και πάλι.
Ο πρίγκηπας πήγε τη Ραπουνζέλ στο παλάτι του πατέρα του όπου του είπε τι είχε συμβεί. Η Ραπουνζέλ ξαναβρέθηκε με τους γονείς της οι οποίοι ήταν πολύ χαρούμενοι που ξαναέβλεπαν την κόρη τους. Επίσης βγήκε και μία απόφαση που απαγόρευε στη μάγισσα να πλησιάσει το βασίλειο. Μετά, σειρά είχε ένας μεγάλος γάμος. Η Ραπουνζέλ παντρεύτηκε τον πρίγκηπα και ζήσανε μαζί πολλά χρόνια. Όσο για τη μάγισσα, δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς.



Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

The Selfish Giant

Every afternoon, as they were coming from school, the children used to go and play in the Giant's garden.

It was a large lovely garden, with soft green grass. Here and there over the grass stood beautiful flowers like stars, and there were twelve peach-trees that in the spring-time broke out into delicate blossoms of pink and pearl, and in the autumn bore rich fruit. The birds sat on the trees and sang so sweetly that the children used to stop their games in order to listen to them. 'How happy we are here!' they cried to each other.

One day the Giant came back. He had been to visit his friend the Cornish ogre, and had stayed with him for seven years. After the seven years were over he had said all that he had to say, for his conversation was limited, and he determined to return to his own castle. When he arrived he saw the children playing in the garden.

'What are you doing here?' he cried in a very gruff voice, and the children ran away.

'My own garden is my own garden,' said the Giant; 'any one can understand that, and I will allow nobody to play in it but myself.' So he built a high wall all round it, and put up a notice-board.



TRESPASSERS
WILL BE
PROSECUTED



He was a very selfish Giant.

The poor children had now nowhere to play. They tried to play on the road, but the road was very dusty and full of hard stones, and they did not like it. They used to wander round the high wall when their lessons were over, and talk about the beautiful garden inside.

'How happy we were there,' they said to each other.


Then the Spring came, and all over the country there were little blossoms and little birds. Only in the garden of the Selfish Giant it was still Winter. The birds did not care to sing in it as there were no children, and the trees forgot to blossom. Once a beautiful flower put its head out from the grass, but when it saw the notice-board it was so sorry for the children that it slipped back into the ground again, and went off to sleep. The only people who were pleased were the Snow and the Frost. 'Spring has forgotten this garden,' they cried, 'so we will live here all the year round.' The Snow covered up the grass with her great white cloak, and the Frost painted all the trees silver. Then they invited the North Wind to stay with them, and he came. He was wrapped in furs, and he roared all day about the garden, and blew the chimney-pots down. 'This is a delightful spot,' he said, 'we must ask the Hail on a visit.' So the Hail came. Every day for three hours he rattled on the roof of the castle till he broke most of the slates, and then he ran round and round the garden as fast as he could go. He was dressed in grey, and his breath was like ice.
'I cannot understand why the Spring is so late in coming,' said the Selfish Giant, as he sat at the window and looked out at his cold white garden; 'I hope there will be a change in the weather.'


But the Spring never came, nor the Summer. The Autumn gave golden fruit to every garden, but to the Giant's garden she gave none. 'He is too selfish,' she said. So it was always Winter there, and the North Wind, and the Hail, and the Frost, and the Snow danced about through the trees.
One morning the Giant was lying awake in bed when he heard some lovely music. It sounded so sweet to his ears that he thought it must be the King's musicians passing by. It was really only a little linnet singing outside his window, but it was so long since he had heard a bird sing in his garden that it seemed to him to be the most beautiful music in the world.


Then the Hail stopped dancing over his head, and the North Wind ceased roaring, and a delicious perfume came to him through the open casement. 'I believe the Spring has come at last,' said the Giant; and he jumped out of bed and looked out.
What did he see?


He saw a most wonderful sight. Through a little hole in the wall the children had crept in, and they were sitting in the branches of the trees. In every tree that he could see there was a little child. And the trees were so glad to have the children back again that they had covered themselves with blossoms, and were waving their arms gently above the children's heads. The birds were flying about and twittering with delight, and the flowers were looking up through the green grass and laughing.
It was a lovely scene, only in one corner it was still Winter. It was the farthest corner of the garden, and in it was standing a little boy. He was so small that he could not reach up to the branches of the tree, and he was wandering all round it, crying bitterly. The poor tree was still quite covered with frost and snow, and the North Wind was blowing and roaring above it. 'Climb up! little boy,' said the Tree, and it bent its branches down as low as it could; but the little boy was too tiny.


And the Giant's heart melted as he looked out. 'How selfish I have been!' he said; 'now I know why the Spring would not come here. I will put that poor little boy on the top of the tree, and then I will knock down the wall, and my garden shall be the children's playground for ever and ever.' He was really very sorry for what he had done.


So he crept downstairs and opened the front door quite softly, and went out into the garden. But when the children saw him they were so frightened that they all ran away, and the garden became Winter again. Only the little boy did not run, for his eyes were so full of tears that he died not see the Giant coming. And the Giant stole up behind him and took him gently in his hand, and put him up into the tree. And the tree broke at once into blossom, and the birds came and sang on it, and the little boy stretched out his two arms and flung them round the Giant's neck, and kissed him. And the other children, when they saw that the Giant was not wicked any longer, came running back, and with them came the Spring. 'It is your garden now, little children,' said the Giant, and he took a great axe and knocked down the wall. And when the people were gong to market at twelve o'clock they found the Giant playing with the children in the most beautiful garden they had ever seen.


All day long they played, and in the evening they came to the Giant to bid him good-bye.
'But where is your little companion?' he said: 'the boy I put into the tree.' The Giant loved him the best because he had kissed him.
'We don't know,' answered the children; 'he has gone away.'
'You must tell him to be sure and come here to-morrow,' said the Giant. But the children said that they did not know where he lived, and had never seen him before; and the Giant felt very sad.
Every afternoon, when school was over, the children came and played with the Giant. But the little boy whom the Giant loved was never seen again. The Giant was very kind to all the children, yet he longed for his first little friend, and often spoke of him. 'How I would like to see him!' he used to say.
Years went over, and the Giant grew very old and feeble. He could not play about any more, so he sat in a huge armchair, and watched the children at their games, and admired his garden. 'I have many beautiful flowers,' he said; 'but the children are the most beautiful flowers of all.'
One winter morning he looked out of his window as he was dressing. He did not hate the Winter now, for he knew that it was merely the Spring asleep, and that the flowers were resting.
Suddenly he rubbed his eyes in wonder, and looked and looked. It certainly was a marvellous sight. In the farthest corner of the garden was a tree quite covered with lovely white blossoms. Its branches were all golden, and silver fruit hung down from them, and underneath it stood the little boy he had loved.
Downstairs ran the Giant in great joy, and out into the garden. He hastened across the grass, and came near to the child. And when he came quite close his face grew red with anger, and he said, 'Who hath dared to wound thee?' For on the palms of the child's hands were the prints of two nails, and the prints of two nails were on the little feet. 
'Who hath dared to wound thee?' cried the Giant; 'tell me, that I may take my big sword and slay him.'
'Nay!' answered the child; 'but these are the wounds of Love.'
'Who art thou?' said the Giant, and a strange awe fell on him, and he knelt before the little child.
And the child smiled on the Giant, and said to him, 'You let me play once in your garden, to-day you shall come with me to my garden, which is Paradise.'
And when the children ran in that afternoon, they found the Giant lying dead under the tree, all covered with white blossoms. 




http://www.eastoftheweb.com/short-stories/UBooks/SelGia.shtml



Ο Εγωιστής Γίγαντας


Κάθε απόγευμα, μετά το σχολείο, τα παιδιά συνήθιζαν να πηγαίνουν και να παίζουν στον κήπο του Γίγαντα.
Ήταν ένας μεγάλος και όμορφος κήπος με μαλακό πράσινο γρασίδι. Τριγύρω υπήρχαν πανέμορφα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια και δώδεκα ροδακινιές που την άνοιξη έκαναν μικρά ροζ και περλέ ανθάκια και το φθινόπωρο μεγάλα φρούτα. Τα πουλιά κάθονταν στα δέντρα και κελαηδούσαν και το τραγούδι τους ήταν τόσο όμορφο που τα παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι τους για να το ακούσουν. " Τι όμορφα που περνάμε εδώ" φώναζαν.

Κάποια μέρα ο Γίγαντας επέστρεψε. Είχε πάει να δει το φίλο του το δράκο της Κορνουάλης και είχε μείνει μαζί του για επτά ολόκληρα χρόνια. Αφού πέρασαν τα επτά χρόνια και είπανε όλα όσα είχαν να πούνε, αποφάσισε να επιστρέψει στον πύργο του. Όταν έφτασε είδε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο του.
"Τι κάνετε εδώ;" φώναξε με βροντερή φωνή και τα παιδιά έτρεξαν μακριά.
"Αυτός ο κήπος είναι δικός μου" είπε ο Γίγαντας "όλοι το ξέρουν αυτό και δεν επιτρέπω σε κανένα να παίζει εδώ παρά μόνο στον εαυτό μου." Κι έτσι έχτισε ένα μεγάλο τοίχο γύρω από τον κήπο του και έβαλε και μια πινακίδα.

ΟΙ ΚΑΤΑΠΑΤΗΤΕΣ ΘΑ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ

Ήταν ένας πολύ εγωιστής γίγαντας.

Τα καημένα τα παιδιά δεν είχανε μέρος για να παίξουν.Προσπάθησαν να παίξουν στο δρόμο αλλά είχε σκόνη και πέτρες και δεν τους άρεσε καθόλου. Όταν τελειώνανε το μάθημά τους γυρνούσαν γύρω από τον τοίχο και συζητούσαν για το πόσο όμορφος είναι ο κήπος που κρύβεται πίσω του.
"Τι όμορφα που περνούσαμε εκεί" έλεγε το ένα στο άλλο.

Μετά ήρθε η άνοιξη και όλη η χώρα γέμισε  με λουλούδια και μικρά πουλάκια. Μόνο στον κήπο του Εγωιστή Γίγαντα ήταν ακόμα χειμώνας. Τα πουλιά δεν ήθελαν να κελαηδήσουν γιατί δεν υπήρχαν παιδιά και τα δέντρα είχαν ξεχάσει να ανθίσουν. Μια φορά ένα λουλουδάκι πρόβαλλε το κεφαλάκι του μέσα από το γρασίδι μα μόλις είδε την πινακίδα λυπήθηκε τόσο πολύ για τα παιδιά που αμέσως μπήκε πάλι στο έδαφος να κοιμηθεί. Οι μόνοι που ήταν χαρούμενοι ήταν το Χιόνι και η Παγωνιά. "Η άνοιξη τον ξέχασε αυτον τον κήπο" φώναξαν "κι έτσι μπορούμε να μείνουμε όλο το χρόνο." Το Χιόνι κάλυψε με τον ολόλευκο μανδύα του το γρασίδι και η Παγωνιά έβαψε με ένα ασημί χρώμα όλα τα δέντρα. Ήταν τυλιγμένος με γούνες και φυσούσε όλη μέρα μέχρι που έριξε και τα καπάκια από τις καμινάδες. "Είναι καταπληκτικό αυτό το μέρος" είπε "πρέπει να φωνάξουμε και το Χαλάζι." Κι έτσι ήρθε και το Χαλάζι. Κάθε μέρα έπεφτε για τρεις ώρες στην οροφή του πύργου μέχρι που έσπασε τα πιο πολλά πέτρινα πλακάκια κι ύστερα έτρεχε κι έτρεχε μέσα στον κήπο με όλη του τη δύναμη. Ήταν ντυμένο στα γκρι και η ανάσα του ήταν παγωμένη. Κάλεσαν και το Βόρειο Άνεμο να μείνει μαζί τους κι εκείνος δέχτηκε.
"Δεν καταλαβαίνω γιατί άργησε τόσο πολύ να έρθει η άνοιξη σε αυτό εδώ το μέρος." είπε ο Γίγαντας καθώς έβλεπε καθισμένος απο το παράθυρο τον λευκο και παγωμένο κήπο του. ¨Ελπίζω να αλλάξει ο καιρός."
Μα η άνοιξη δεν ήρθε, ούτε και το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο  έκανε όλα τα αλλά δέντρα να δίνουν καρπούς εκτός από αυτά που βρίσκονταν στον κήπο του Γίγαντα. "Είναι πολύ εγωιστής" είπε η άνοιξη. Κι έτσι στον κήπο του Γίγαντα ήταν πάντα χειμώνας και ο Βόρειος Άνεμος, το Χαλάζι, η Παγωνιά και το Χιόνι χόρευαν ανάμεσα στα δέντρα.
Μια μέρα ο Γίγαντας ενώ ξάπλωνε στο κρεβάτι του άκουσε μουσική. Του άρεσε τόσο πολύ που νόμιζε πως περνούσαν οι μουσικοί του βασιλιά. Ήταν όμως μόνο ένα γαρδέλλι που τραγουδούσε έξω από το παράθυρό του και είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που άκουσε κάποιο πουλί να κελαηδάει στον κήπο του που του φάνηκε σαν το πιο όμορφο τραγούδι του κόσμου. Τότε το Χαλάζι σταμάτησε το χορό του, και ο Βόρειος Άνεμος κόπασε και ένα υπέροχο άρωμα μπήκε από το παράθυρό του. "Νομίζω ότι επιτέλους ήρθε η άνοιξη" και πήδηξε από το κρεβάτι του για να δει έξω.
Τι είδε;
Το πιο υπέροχο θέαμα που έιχε δει ποτέ του. Από μία μικρή τρύπα στον τοίχο τα παιδιά είχαν γλυστρίσει μέσα στον κήπο και κάθονταν στα κλαδιά των δέντρων. Σε κάθε δέντρο έβλεπε κι από ένα παιδί. Τα δέντρα ήταν τόσο χαρούμενα με την επιστροφή των παιδιών που γέμισαν με άνθη και κουνούσαν χαρούμενα τα κλαδιά τους πάνω από τα κεφάλια τους. Παντού ολόγυρα πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά και τα λουλούδια κοιτούσαν ψηλά γεμάτα χαρά. Ήταν μια όμορφη εικόνα. Μόνο σε μια γωνία του κήπου ήταν ακόμα χειμώνας. Ήταν η πιο μακρινή γωνία του κήπου στην οποία στεκόταν ένα μικρό αγόρι. Ήταν τόσο μικρό που δεν μπορούσε να φτάσει τα κλαδιά του δέντρου και γυρνούσε γύρω γύρω κλαίγοντας, Το καημένο το δεντράκι ήταν ακόμα καλυμμένο με χιόνι και πάγο και ο Βόρειος Άνεμος φυσούσε με μανία από πάνω του. "Σκαρφάλωσε αγοράκι" είπε το δέντρο και χαμήλωσε τα κλαδιά του όσο μπορούσε μα το αγόρι ήταν μικροσκοπικό.
Η καρδιά του Γίγαντα έλιωσε όταν το είδε. "Τι εγωιστής που ήμουν" είπε "τώρα ξέρω γιατί δεν ερχόταν η άνοιξη στον κήπο μου. Θα ανεβάσω το αγόρι στο δέντρο και μετά θα γκρεμίσω τον τοίχο και ο κήπος μου θα γίνει ο παιδότοπος των παιδιών για πάντα." Ήταν αλήθεια πολύ μετανιωμένος για ότι είχε κάνει.
Έτσι κατέβηκε κάτω, άνοιξε την εξώπορτα μαλακά και βγήκε στον κήπο. Μόλις τον είδανε όμως τα παιδιά φοβήθηκαν τόσο πολύ που έτρεξαν μακριά του και παντού γύρω του χειμώνιασε και πάλι. Μόνο το μικρό αγόρι δεν έτρεξε γιατί τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρια και δεν μπόρεσε να δει το Γίγαντα. Ο Γίγαντας πήγε κρυφά πίσω από το αγόρι, το σήκωσε στο χέρι του και το έβαλε πάνω στο δέντρο. Το δέντρο άνθισε μονομιάς, τα πουλιά άρχισαν να κελαηδούν γύρω του και το μικρό αγόρι άπλωσε τα χέρια του, αγκάλιασε το Γίγαντα και τον φίλησε. Τα υπόλοιπα παιδιά όταν είδανε ότι ο Γίγαντας δεν ήταν πια κακός πλησίασαν και πάλι και μαζί τους ήρθε και η άνοιξη. "Είναι δικός σας ο κήπος πια παιδιά" είπε ο Γίγαντας και πήρε ένα μεγάλο τσεκούρι για να σπασει τον τοίχο. Κι όταν οι άνθρωποι πήγαιναν στις δώδεκα η ώρα για ψώνια, είδανε το Γίγαντα να παίζει με τα παιδιά στον πιο όμορφο κήπο που είχανε δει ποτέ.
Παίζανε όλη τη μέρα και το βράδυ πηγαίνανε να αποχαιρετίσουν το Γίγαντα.
"Μα που είναι ο φίλος σας, εκείνο το μικρό αγόρι που ανέβασα στο δένρο;" ο Γίγαντας το αγαπούσε πιο πολύ από όλα τα παιδιά γιατί τον είχε φιλήσει.
"Δεν ξέρουμε" λέγανε τα παιδιά "έφυγε."
"Πρέπει να του πείτε να έρθει αύριο" είπε ο Γίγαντας. Μα τα παιδιά του είπανε πως δεν ξέρανε που έμενε το αγόρι και πως δεν τον είχανε ξαναδεί. Κι ο Γίγαντας λυπήθηκε πολύ.
Κάθε απόγευμα μετά το σχολείο τα παιδία πηγαίνανε στον κήπο και παίζανε με το Γίγαντα. Το μικρό αγόρι όμως που τόσο αγαπούσε ο Γίγαντας δε φάνηκε ποτέ. Ο Γίγαντας ήταν πολύ καλός με όλα τα παιδιά όμως του έλειπε ο μικρός του φίλος και συχνά μιλούσε για εκείνον. "Πόσο θα ήθελα να τον δω" συνήθιζε να τους λέει.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Γίγαντας είχε γεράσει και ήταν αδύναμος. Δεν μπορούσε να παίξει πια κι έτσι καθόταν σε μια τεράστια πολυθρόνα κι έβλεπε τα παιδιά και θαύμαζε τον κήπο του. "Έχω τόσα πολλά όμορφα λουλούδια" είπε " αλλά τα παιδιά είναι τα ομορφότερα λουλούδια σε αυτόν τον κήπο."
'Ενα χειμωνιάτικο πρωί, κοίταξε έξω από το παράθυρο καθώς ντυνόταν. Δε μισούσε το χειμώνα πια, γιατί ήξερε πως η άνοιξη απλά κοιμόταν και τα λουλούδια ξεκουράζονταν.
Ξαφνικά έτριψε τα μάτια του από την έκπληξή του. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Στην πιο μακρινή γωνία του κήπου ήταν ένα δέντρο που είχε λευκά άνθη. Τα κλαδιά του ήταν χρυσαφιά και γεμάτα με ασημί φρούτα. Κάτω από το δέντρο στεκόταν το αγοράκι που τόσο πολύ είχε αγαπήσει.
Ο Γίγαντας έτρεξε κάτω γεμάτος χαρά και βγήκε στον κήπο. Με γρήγορα βήματα πάνω στο γρασίδι πλησίασε το παιδί. Όταν έφτασε κοντά του το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο από θυμό και είπε "Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;" Στις παλάμες του παιδιού υπήρχαν σημάδια από δυο καρφιά όπως και στα δυο μικρά του πόδια.
"Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;" φώναξε ο Γίγαντας "Πες μου κι εγώ θα πάρω το σπαθί μου και θα τον σκοτώσω."
"Όχι" είπε το παιδί " αυτά είναι σημάδια αγάπης."
"Ποιος είσαι;" ρώτησε ο Γίγαντας και ένα παράξενο δέος τον κατέκλυσε και γονάτισε μπροστά στο παιδί.
Και το παιδί χαμογέλασε στο Γίγαντα και του είπε "Κάποτε με άφησες να παίξω στον κήπο σου. Σήμερα θα έρθεις στο δικό μου κήπο που είναι ο Παράδεισος."
Κι όταν τα παιδία έτρεξαν στον κήπο εκείνη τη μέρα, βρήκανε το Γίγαντα κάτω από το δέντρο σκεπασμένο με λευκά λουλούδια.







Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

The Little Match-Seller

 It was terribly cold and nearly dark on the last evening of the old year, and the snow was falling fast. In the cold and the darkness, a poor little girl, with bare head and naked feet, roamed through the streets.


  It is true she had on a pair of slippers when she left home, but they were not of much use. They were very large, so large, indeed, that they had belonged to her mother, and the poor little creature had lost them in running across the street to avoid two carriages that were rolling along at a terrible rate. One of the slippers she could not find, and a boy seized upon the other and ran away with it, saying that he could use it as a cradle, when he had children of his own. So the little girl went on with her little naked feet, which were quite red and blue with the cold. 

  In an old apron she carried a number of matches, and had a bundle of them in her hands. No one had bought anything of her the whole day, nor had any one given here even a penny. Shivering with cold and hunger, she crept along; poor little child, she looked the picture of misery. The snowflakes fell on her long, fair hair, which hung in curls on her shoulders, but she regarded them not. 


 Lights were shining from every window, and there was a savory smell of roast goose, for it was New-year's eve - yes, she remembered that. In a corner, between two houses, one of which projected beyond the other, she sank down and huddled herself together. She had drawn her little feet under her, but she could not keep off the cold; and she dared not go home, for she had sold no matches, and could not take home even a penny of money. Her father would certainly beat her; besides, it was almost as cold at home as here, for they had only the roof to cover them, through which the wind howled, although the largest holes had been stopped up with straw and rags. 


 Her little hands were almost frozen with the cold. Ah! perhaps a burning match might be some good, if she could draw it from the bundle and strike it against the wall, just to warm her fingers. 

   She drew one out - "scratch!" how it sputtered as it burnt! It gave a warm, bright light, like a little candle, as she held her hand over it. It was really a wonderful light. It seemed to the little girl that she was sitting by a large iron stove, with polished brass feet and a brass ornament. How the fire burned! and seemed so beautifully warm that the child stretched out her feet as if to warm them, when, lo! the flame of the match went out, the stove vanished, and she had only the remains of the half-burnt match in her hand. 


 She rubbed another match on the wall. It burst into a flame, and where its light fell upon the wall it became as transparent as a veil, and she could see into the room. The table was covered with a snowy white table-cloth, on which stood a splendid dinner service, and a steaming roast goose, stuffed with apples and dried plums. And what was still more wonderful, the goose jumped down from the dish and waddled across the floor, with a knife and fork in its breast, to the little girl. Then the match went out, and there remained nothing but the thick, damp, cold wall before her.


 She lighted another match, and then she found herself sitting under a beautiful Christmas-tree. It was larger and more beautifully decorated than the one which she had seen through the glass door at the rich merchant's. Thousands of tapers were burning upon the green branches, and colored pictures, like those she had seen in the show-windows, looked down upon it all. The little one stretched out her hand towards them, and the match went out.



 The Christmas lights rose higher and higher, till they looked to her like the stars in the sky. Then she saw a star fall, leaving behind it a bright streak of fire. "Some one is dying," thought the little girl, for her old grandmother, the only one who had ever loved her, and who was now dead, had told her that when a star falls, a soul was going up to God. 


 She again rubbed a match on the wall, and the light shone round her; in the brightness stood her old grandmother, clear and shining, yet mild and loving in her appearance.

     "Grandmother," cried the little one, "O take me with you; I know you will go away when the match burns out; you will vanish like the warm stove, the roast goose, and the large, glorious Christmas-tree." 
     And she made haste to light the whole bundle of matches, for she wished to keep her grandmother there. And the matches glowed with a light that was brighter than the noon-day, and her grandmother had never appeared so large or so beautiful. She took the little girl in her arms, and they both flew upwards in brightness and joy far above the earth, where there was neither cold nor hunger nor pain, for they were with God. 
   In the dawn of morning there lay the poor little one, with pale cheeks and smiling mouth, leaning against the wall; she had been frozen to death on the last evening of the year; and the New-year's sun rose and shone upon a little corpse! The child still sat, in the stiffness of death, holding the matches in her hand, one bundle of which was burnt. 

 "She tried to warm herself," said some.     
No one imagined what beautiful things she had seen, nor into what glory she had entered with her grandmother, on New-year's day. 

http://www.eastoftheweb.com/short-stories/UBooks/LitMat.shtml


H μικρούλα με τα σπίρτα.

Έκανε τρομερό κρύο και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Ήταν το τελευταίο βράδυ του χρόνου και το χιόνι έπεφτε πυκνό. Μέσα στο κρύο και το σκοτάδι, ένα μικρό φτωχό κοριτσάκι, χωρίς καπέλο και ξυπόλητο, τριγυρνούσε στους δρόμους. Όταν έφυγε από το σπίτι της φορούσε παντόφλες αλλά τι να το κάνεις.. Της ήταν μεγάλες. Ήταν της μητέρας της. Μάλιστα ήταν τόσο μεγάλες που της έχασε τρέχοντας οταν προσπάθησε να αποφύγει δύο άμαξες που κατευθύνονταν κατά πάνω της με ορμή. Τη μία δεν μπόρεσε να τη βρει και την άλλη της την πήρε ένα αγοράκι και έτρεξε μακριά φωνάζοντάς της πως θα την κρατούσε για να την κάνει έλκυθρο για τα παιδιά του. Έτσι το μικρό κοριτσάκι συνέχισε να περπατάει ξυπόλητο στα χιόνια με τα ποδαράκια του να γίνονται κόκκινα και μελανά από το κρύο.
Μέσα στην παλιά ποδιά της κουβαλούσε μερικά σπίρτα και κρατούσε στο χεράκι της άλλο ένα μάτσο. Κανείς δεν είχε αγοράσει κανένα όλη τη μέρα και δεν της είχε δώσει ούτε μια δεκάρα. Τρέμοντας από το κρύο και την πείνα συνέχισε να σέρνεται. Το καημένο το κοριτσάκι, ήταν τόσο δυστιχισμένο. Το χιόνι έπεφτε στα μακριά ξανθά μαλλιά της που κατέληγαν σε μπούκλες πάνω στους ώμους της, μα αυτό ήταν κάτι που δεν την απασχολούσε καθόλου.
Φώτα έφεγγαν σε όλα τα παράθυρα και παντού μύριζε ψητή χήνα μιας και ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Θυμόταν τι μέρα ήταν. Σε μια γωνία, μεταξύ δύο σπιτιών που το ένα βρισκόταν λίγο πιο μέσα από το άλλο, έκατσε στο έδαφος και κουλουριάστηκε. Μάζεψε όσο μπορούσε τα ποδαράκια της αλλά ένιωθε ακόμα το κρύο. Δεν τολμούσε να πάει σπίτι γιατί δεν είχε πουλήσει καθόλου σπίρτα και δεν είχε μαζέψει λεφτά. Ο πατέρας της σίγουρα θα την έδερνε, άσε που και εκεί δε θα είχε λιγότερο κρύο. Μπορεί να είχαν στέγη αλλά ο αέρας ούρλιαζε καθως περνούσε από τις τρύπες που είχαν πρόχειρα καλύψει με άχυρο και κουρέλια.
Τα χεράκια της είχαν παγώσει από το κρύο. Ίσως αν άναβε ένα σπίρτο να βοηθούσε. Αν βέβαια κατάφερνε να πάρει ένα από το μάτσο που κρατούσε για να το τρίψει στον τοίχο να ανάψει και να ζεστάνει τα δαχτυλάκια της.
Τράβηξε λοιπόν ένα, το άναψε και ω, πως σπινθίριζε καθώς καιγόταν! Έδινε ένα ζεστό, λαμπερό φως, όπως ένα μικρό κεράκι καθώς κρατούσε το χεράκι της από πάνω του. Ήταν πραγματικά υπέροχο. Της φαινόταν λες και καθόταν μπροστά σε μια μεγάλη σιδερένια σόμπα με γυαλισμένα μπρούτζινα πόδια που είχε και ένα μπρούτζινο διακοσμητικό. Τι ωραία που έκαιγε η φωτιά! Και ένιωσε τόση ζέστη που η μικρούλα άπλωσε τα ποδαράκια της να τα ζεστάνει και τότε το σπίρτο έσβησε. Η σόμπα εξαφανίστηκε. Το μόνο που της είχε απομείνει ήταν το καμμένο σπίρτο στο χεράκι της.
Έτριψε άλλο ένα σπίρτο στον τοίχο. Το φως της φλόγας ενώ άναβε, έπεσε στον τοίχο σαν να ήταν ένα διάφανο πέπλο κι έτσι μπορούσε να δει μέσα στο δωμάτιο. Στο τραπέζι υπήρχε ένα ολόλευκο σαν το χιόνι τραπεζομάντηλο, γεμάτο με πιάτα και μαχαιροπήρουνα και μια ψητή χήνα με γέμιση από μήλα και ξερά δαμάσκηνα. Κι αυτό που ήταν ακόμα πιο ωραίο ήταν που είδε τη χήνα να πηδάει από το τραπέζι και να πηγαίνει προς το μέρος της με ένα μαχαίρι και ένα πηρούνι καρφωμένα στο στήθος της. Τότε το σπίρτο έσβησε και το μόνο που έμεινε μπροστά της ήταν ο χοντρός, βρεγμένος και κρύος τοίχος.
Άναψε κι άλλο σπίρτο και είδε τον εαυτό της να κάθεται κάτω από ένα πανέμορφο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ήταν πιο μεγάλο και πιο ωραία διακοσμημένο από εκείνο που ειχε δει μέσα από το τζάμι του πλούσιου εμπόρου. Χιλιάδες κεράκια έκαιγαν πάνω στα πράσινα κλαδιά του όπως και χρωματιστές εικόνες, σαν αυτές που είχε δει στα μαγαζιά. Μόλις όμως η μικρούλα άπλωσε το χεράκι της το σπίρτο έσβησε.
Τα φωτάκια γύρω έλαμπαν όλο και πιο πολύ μέχρι που της φάνηκαν σαν αστέρια στον ουρανό. Τότε είδε ένα αστέρι να πέφτει αφήνοντας πίσω του μια γραμμή από φωτιά. "Κάποιος πεθαίνει" σκέφτηκε η μικρούλα γιατί η γιαγιά της, η μόνη που την είχε αγαπήσει, και που είχε πεθάνει, της είχε πει πως όταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχούλα πηγαίνει στα χέρια του Θεού.
Άναψε άλλο ένα σπίρτο και το φως του την τύλιξε. Εκεί μέσα στη λάμψη του στεκόταν η γιαγιά της. Μια φωτεινή και λαμπερή παρουσία με ένα γλυκό και γεμάτο αγάπη παρουσιαστικό.
"Γιαγιάκα" έκλαψε το κοριτσάκι "πάρε με μαζί σου. Ξέρω ότι θα φύγεις όταν καεί το σπίρτο. Θα εξαφανιστείς όπως η σόμπα, η ψητή χήνα και το πελώριο χριστουγεννιάτικο δέντρο."
Και με μια γρήγορη κίνηση άναψε όλο το μάτσο με τα σπίρτα για να κρατήσει τη γιαγιά της εκεί. Και τα σπίρτα έβγαλαν ένα φως που ήταν πιο λαμπερό και από αυτό του μεσημεριού. Και η γιαγιά της δεν ήταν πότε πιο μεγάλη και ομορφότερη. Πήρε το κοριτσάκι στα χέρια της και μαζί πετάξανε ψηλά στο φως και τη χαρά, μακριά από τη γη, όπου δεν υπάρχει πείνα και πόνος μιας και βρίσκονταν πια κοντά στο Θεό.
Όταν ξημέρωσε, η μικρή ήταν εκεί. Τα μαγουλάκια της ήταν χλωμά και το στοματάκι της χαμογελαστό. Το σώμα της στηριζόταν στον τοίχο. Είχε παγώσει από το κρύο το τελευταίο βράδυ του χρόνου. Και ο πρωτοχρονιάτικος ήλιος είχε βγει και έλαμπε πάνω στο μικρό νεκρό της σώμα! Είχε παγώσει ενώ ακόμα καθόταν και στο χεράκι της υπήρχαν ακόμη ένα μάτσο καμμένα σπίρτα.
"Προσπάθησε να ζεσταθεί" είπαν κάποιοι.
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι υπέροχα πράγματα είχε δει, ούτε σε τι μεγαλείο εισχώρησε με τη γιαγιά της την πρώτη μέρα του χρόνου.


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

BITSY'S PROMISE

It was a bright, sunny morning in Magical Wood and  Bitsy Bunny was fast asleep.  Her mama was in the kitchen baking carrot cookies and the wonderful smell of the warm cookies woke Bitsy.  She sat up, rubbed her eyes and wiggled her nose.  Something smelled good!  She wiggled her nose again.  Something smelled very good!  She jumped out of bed and ran to the kitchen.
"Mama, Mama," said Bitsy, "those cookies smell so good that they woke me up!  May I have some? Please?"
"I'm baking these cookies for Granny Bunny," Mama replied. "She's not  feeling well and I think some homemade cookies might help her feel better."
"May I take the cookies to Granny?" asked little Bitsy.
Mama thought for a moment. Magical Wood could be a dangerous place  for a little bunny all by herself. There was still so much for Bitsy to learn about the Wood.  But, Granny did not live far, and Mama and Bitsy had gone to Granny's house together lots of times.
"Bitsy, you have never visited Granny by yourself before.  There are all  kinds of dangers, so many things can happen. You must promise me that you will not stop along the way, you will not go near the clearing to pick flowers, you will not go to the creek to watch the fish and you will stay on  the trail all the way to Granny's. Do you promise?"
"Oh, yes Mama, I promise!  I will not stop along the way, I will not go to the  clearing to pick wildflowers, I will not watch the fish swimming in the creek and I will stay on the trail all the way to Granny's.  And I will call you as soon as I get to Granny's, so you won't worry!"
"Okay, then you may go to Granny's and bring her the cookies," said  Mama.
"Yipee!!" shouted Bitsy as she ran down the hall to get dressed.
After breakfast, Mama gave Bitsy a pretty yellow basket filled with the warm  carrot cookies.  Bitsy gave Mama a big hug and started off to Granny's house.
"Now remember, Bitsy, go straight to Granny's house," Mama called to  Bitsy.


Little Bitsy was so excited! Mama had never let her walk by herself to  Granny's before.
"Mama doesn't think I'm a baby anymore," thought Bitsy as she walked  along the path to Granny's house.  Bitsy was so happy that she began to skip along the path.
Well, Bitsy hadn't skipped very far when she saw the most beautiful  wildflowers in an open field.


"Oh, those flowers would make Granny feel better," Bitsy said to herself.
"I shall bring Granny a beautiful bouquet." Then, as Bitsy started toward the  field, she stopped and remembered what Mama had said: Don't pick flowers in the clearing and stay on the trail! Well, thought Bitsy, I don't want to break my promise to Mama.  She trusts me and even though I don't  understand why she won't let me pick flowers by myself, I must remember my promise, I just must! 
Just then, as she was standing on the path and looking at the flowers, a  huge hawk swooped down into the very flowers Bitsy had wanted to pick and flew away with a mouse!!
"Oh my goodness! Oh my goodness!" Bitsy exclaimed, "That poor mouse!"  Then, Bitsy realized something very important: if she had not kept her promise to Mama, the hawk might have grabbed her instead of the mouse! This made Bitsy feel scared, but she continued to Granny's house, staying  on the path, just as she had promised.
After a little while, Bitsy was no longer scared and she was again skipping  down the path with her basket of cookies.  Soon, she was able to hear the bubbling and gurgling of the creek.  And that made Bitsy suddenly feel very thirsty!
Soon, Bitsy was able to see the creek! As she was about to race off the  path, she again remembered her promise to Mama.  "Well, the creek is closer to the path than the field was, and there are certainly no hawks this  deep in the Wood," thought Bitsy.  She was watching a frog by the creek as she was trying to decide what to do.
"A promise is a very important thing," thought Bitsy.  "Mama will be so proud  of me for keeping my promises and staying on the trial.  But, maybe I could just run over for a quick sip, say hello to the frog and run right back to the trail."


When Bitsy looked back at the frog, it was gone! In its place was a great  big snake! "Oh, no!" said Bitsy.  "I hope that little frog got away!" Then Bitsy thought of something else: if she had broken her promise and gone  over to the frog, the snake might have grabbed her!  Bitsy began to tremble! As she stared at the snake, it slowly crawled away into the dense forest.
Bitsy took a deep breath and continued to Granny's house.
Bitsy was quite close to Granny's now. She couldn't wait to tell Granny  everything that had happened on this adventure over a big glass of milk and some of Mama's cookies. 
As she was hopping along, Bitsy noticed something unusual. There, near  the trail, in the middle of a pile of old brown vines and brambles, was a clump of bright green grass and flowers! Why would someone pick grass and wildflowers and then just dump them in the old brambles, Bitsy  wondered.  Maybe someone new is moving in and they're building a house!
"Hello!  Hello!" Bitsy called to the pile of grass, but no one answered.  "Maybe I should go find the door and knock." Bitsy started to leave the trail and head for the brambles, when she remembered a promise she made to Mama a long time ago: Never talk to strangers!
As Bitsy turned to hop back onto the trail, she tripped and a twig bounced  up and landed by the clump of grass and flowers. SNAP!! It had been a trap!  The top of the trap had been covered with the grass and when the  twig landed on it, the trap closed tight!  If Bitsy had been caught in the trap, would Mama have been able to find her? Bitsy's heart raced as she dashed  the rest of the way to Granny's. She hopped up the steps and knocked very hard. Granny opened the door and Bitsy leaped into her arms!
"Bitsy!  Your Mama told me you were coming!  My, you're getting to be  such a big bunny that now you can visit all by yourself!" Granny exclaimed.
Bitsy gave Granny a big kiss and the yellow basket filled with cookies.

http://www.bedtime.com/html/bitsy_s_promise.htm

 Η υπόσχεση της Μπίτσι.

Ήταν ένα λαμπερό και ηλιόλουστο πρωινό στο Μαγεμένο Δάσος και η Μπίτσι το λαγουδάκι είχε αποκοιμηθεί. Η μαμά της ήταν στην κουζίνα και έψηνε κουλουράκια καρότου και η υπέροχη μυρωδιά τους έτσι όπως ψήνονταν την ξύπνησε. Ανακάθισε, έτριψε τα ματάκια της και κούνησε τη μυτούλα της. Κάτι μύριζε πολύ ωραία! Η μυτούλα της κουνήθηκε και πάλι. Πήδηξε από το κρεβάτι της και έτρεξε στην κουζίνα.
"Μαμά, μαμά" φώναξε η Μπίτσι "αυτά τα κουλουράκια μυρίζουν τόσο ωραία που η μυρωδιά τους με ξύπνησε. Να πάρω μερικά; Σε παρακαλώ.."
" Τα κουλουράκια είναι για τη γιαγιά" απάντησε η μαμά " δεν αισθάνεται καλά και σκέφτηκα πως μερικά χειροποίητα κουλουράκια θα την κάνουν να νιώσει καλύτερα."
" Να τα πάω εγώ στη γιαγιά;" ρώτησε η Μπίτσι.
Η μαμά σκέφτηκε για μια στιγμή. Το Μαγεμένο Δάσος ήταν ένα πολύ επικίνδυνο μέρος για να τριγυρνάει ολομόναχο ένα λαγουδάκι. Η Μπίτσι είχε να μάθει πολλά ακόμη για το Δάσος. Η γιαγιά όμως δεν έμενε μακριά και η μαμά είχε πάει πολλές φορές με τη Μπίτσι  στο σπίτι της.
" Μπίτσι, δεν έχεις πάει ποτέ μόνη σου στη γιαγιά σου. Υπάρχουν τόσοι κίνδυνοι, μπορεί να συμβούν πολλά. Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι δε θα στανατήσεις πουθενά στο δρόμο σου, δε θα πλησιάσεις το ξέφωτο για να μαζέψεις λουλούδια, δε θα πας στο ρυάκι να δεις τα ψάρια κι ότι δε θα βγεις καθόλου από το δρόμο σου μέχρι να φτάσεις στο σπίτι της γιαγιάς. Το υπόσχεσαι;"
" Ναι, μαμά το υπόσχομαι! Δε θα σταματήσω πουθενά στο δρόμο,
δε θα πλησιάσω στο ξέφωτο για να μαζέψω λουλούδια, δε θα δω πως κολυμπάνε τα ψάρια στο ρυάκι και δε θα βγω από το δρόμο μου μέχρι να φτάσω στη γιαγιά. Και θα σου τηλέφωνήσω μόλις φτάσω, για να μη στεναχωριέσαι."
" Εντάξει, τότε μπορείς να πας τα κουλουράκια στη γιαγιά" είπε η μαμά.
"Γιούπι!" φώναξε η Μπίτσι και έτρεξε στο διάδρομο να πάει να ντυθεί.
Αφού φάγανε πρωινό, η μαμά έδωσε στη Μπίτσι ένα όμορφο, κίτρινο καλάθι που είχε μέσα τα ζεστά κουλουράκια καρότου. Η Μπίτσι αγκάλιασε σφιχτά τη μαμά της και ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς.
" Να θυμάσαι Μπίτσι, κατευθείαν στο σπίτι της γιαγιάς" της φώναξε η μαμά της.
Η μικρή Μπίτσι ήταν τόσο ενθουσιασμένη! Η μαμά δεν την είχε αφήσει πότε άλλοτε να πάει μόνη της στο σπίτι της γιαγιάς της.
"Η μαμά πιστεύει πως μεγάλωσα και δεν είμαι πια μωρό." σκέφτηκε η Μπίτσι ενώ προχωρούσε. Ήταν τόσο ευτυχισμένη που άρχισε να βγαίνει από το δρόμο της.
Δεν είχε προχωρήσει πολύ όταν είδε τα πιο όμορφα αγριολούλουδα σε ένα ανοιχτό λιβάδι.
"Αυτά τα λουλούδια θα έκαναν τη γιαγιά να νίωσει καλύτερα" είπε η Μπίτσι στον εαυτό της.
"Θα της πάω ένα υπέροχο μπουκέτο." Κι έτσι καθώς η Μπίτσι προχωρούσε προς το λιβάδι σταμάτησε και θυμήθηκε τι της είχε πει η μαμά της : Μη μαζέψεις λουλούδια από το ξέφωτο και μη βγεις από το δρόμο σου! Βασικά, σκέφτηκε η Μπίτσι, θέλω να τηρήσω την υπόσχεση που έδωσα στη μαμά μου. Με εμπιστεύεται και παρ' όλο που δεν καταλαβαίνω γιατί δε με αφήνει να μαζέψω λουλούδια μόνη μου, πρέπει να θυμάμαι την υπόσχεσή μου. Απλά πρέπει!"
Εκείνη τη στιγμή και ενώ στεκόταν στο μονοπάτι κοιτάζοντας τα λουλούδια, ένα τεράστιο γεράκι χίμηξε στα ίδια λουλούδια που ήθελε να μαζέψει η Μπίτσι και πέταξε μακριά κρατώντας ένα ποντίκι!
"Ω, Θεέ μου, Θεέ μου" φώναξε η Μπίτσι "το καημένο το πόντικι!"
Τότε η Μπίτσι συνειδητοποίησε κάτι πολύ σημαντικό. Αν δεν κρατούσε την υπόσχεση που είχε δώσει στη μαμά της το γεράκι μπορεί να είχε αρπάξει εκείνη αντί για το ποντίκι! Αυτή η σκέψη τρόμαξε πολύ την Μπίτσι αλλά συνέχισε το δρόμο της μένοντας στο μονοπάτι όπως είχε υποσχεθεί.
Μετά από λίγο δε φοβόταν πια και άρχισε πάλι να βγαίνει από το δρόμο της. Σύντομα μπορούσε να ακούσει τις μπουρμπουλήθρες και τους άλλους ήχους από το ρυάκι. Αυτό την έκανε να νιώσει μια ξαφνική δίψα!
Τώρα πια μπορούσε να δει το ρυάκι! Καθώς ήταν έτοιμη να βγει από το μονοπάτι, θυμήθηκε και πάλι την υπόσχεσή της. "Το ρυάκι είναι πιο κοντά στο μονοπάτι από ότι ήταν το λιβάδι και σίγουρα δεν υπάρχουν γεράκια σε αυτό το σημείο του δάσους." σκέφτηκε η Μπίτσι. Όση ώρα προσπαθούσε να αποφασίσει τι να κάνει, παρακολουθούσε ένα βάτραχο που καθόταν δίπλα στο ρυάκι.
"Η υπόσχεση είναι πολύ σημαντικό πράγμα" σκέφτηκε η Μπίτσι "η μαμά θα είναι πολύ περήφανη αν την κρατήσω και περάσω τη δοκιμασία. Ίσως όμως θα μπορούσα να τρέξω για μια μικρή γουλίτσα, να πω ένα γεια στο βάτραχο και να ξαναγυρίσω στο μονοπάτι."
Όταν η Μπίτσι ξανακοίταξε προς το βάτραχο, είχε εξαφανιστεί! Στη θέση του ήταν ένα μεγάλο φίδι! "Ω, όχι" είπε η Μπίτσι. "Ελπίζω το βατραχάκι να ξέφυγε!" Τότε σκέφτηκε κάτι ακόμη. Αν είχε αθετήσει την υπόσχεση της και πήγαινε στο βάτραχο, το φίδι μπορεί να είχε αρπάξει εκείνη! Η Μπίτσι άρχισε να τρέμει! Καθώς κοιτούσε το φίδι, το είδε να σέρνεται πίσω στο πυκνό δάσος.
Η Μπίτσι πήρε μια βαθιά ανάπνοη και συνέχισε το δρόμο της.
Ήταν πλέον κοντά στο σπίτι της γιαγιάς της. Ανυπομονούσε να της πει για την περιπέτεια της και τι είχε ακριβώς συμβεί ενώ θα έτρωγε κουλουράκια και θα έπινε γάλα.
Καθώς χοροπηδούσε παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο. Εκεί κοντά στο μονοπάτι, ανάμεσα σε ένα σωρό από καφέ κληματαρίες και βατομουριές, υπήρχε ένας όγκος από λαμπερό πράσινο γρασίδι και λουλούδια! "Γιατί κάποιος να μάζευε γρασίδι και λουλούδια και μετά να τα πετόυσε στις ξερές βατομουριές" αναρωτήθηκε η Μπίτσι. "Μπόρει κάποιος μόλις να μετακόμισε και να φτιάχνει καινούριο σπίτι!"
"Γειά σας, γειά σας" φώναξε η Μπίτσι στο σωρό μα κάνεις δεν της απάντησε. "Ίσως να πρέπει να πάω να χτυπήσω την πόρτα τους." Η Μπίτσι άρχισε να βγαίνει από το μονοπάτι πηγαίνοντας προς τις βατομουριές όταν θημήθηκε μια υπόσχεση που είχε δώσει στη μαμά της πριν πολύ καιρό. Να μη μιλάει ποτέ σε ξένους!
Καθώς η Μπίτσι χοροπήδησε για να ξαναμπεί στο μονοπάτι, σκόνταψε και ένα κλαδι πετάχτηκε και προσγειώθηκε στο σωρό με τα κλαδιά και το γρασίδι. Κρατς! Ήταν παγίδα! Το επάνω μέρος της ήταν καλυμμένο με γρασίδι και όταν το κλαδί προσγειώθηκε πάνω της η παγίδα έκλεισε σφιχτά! Αν η Μπίτσι είχε πιαστεί στην παγίδα θα μπορούσε να τη βρει άραγε η μαμά της; Η καρδιά της Μπίτσι χτυπούσε σαν τρελή ενώ έτρεχε σε όλο τον υπόλοιπο δρόμο μέχρι το σπίτι της γιαγιάς της. Πήδηξε τα σκαλοπάτια και χτύπησε δυνατά την πόρτα της. Η γιαγιά άνοιξε την πόρτα και η Μπίτσι όρμηξε στην αγκαλιά της!
"Μπίτσι! Η μαμά σου μου είπε ότι έρχεσαι! Έγινες πια ένα μεγάλο λαγουδάκι και μπορείς να με επισκέπτεσαι μόνη σου!" αναφώνησε η γιαγιά της.
Η Μπίτσι έδωσε ένα μεγάλο φιλί στη γιαγιά της και μαζί με αυτό και το καλάθι με τα κουλουράκια.
"Γιαγιά να τηλεφωνήσω στη μαμά;" ρώτησε η Μπίτσι "της υποσχέθηκα πως θα το κάνω μόλις φτάσω για να μην ανησυχεί. Κράτησα όλες τις υποσχέσεις που της έδωσα καθώς ερχόμουν και θα ήθελα να κρατήσω κι αυτήν. Επίσης θέλω να της ζητήσω να έρθει να φάει κουλουράκια κι αυτή και να γυρίσουμε στο σπίτι μαζί. Παρ' όλο που μεγάλωσα και μπορώ να έρχομαι μόνη μου, προτιμώ να είναι και η μαμά μαζί μου."
Η γιαγιά της χαμογέλασε "είσαι ένα έξυπνο λαγουδάκι Μπίτσι. Πάμε να της τηλεφωνήσουμε αμέσως."




Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

The Teddy Bear War

"I'm the cutest!"  Baxter Bear said to Billy Bear.  He was certainly a very handsome teddy bear. His fur was soft brown and he wore a purple sweater and straw hat.
"I'm the cutest!"  Billy Bear insisted.  He too was a very handsome teddy bear.  His fur was snow white and he wore a red sweater  with little glasses on his cute teddy bear face.



They were sitting on Cindy's bed.  The little girl loved them very much and always took good care of them.  She wiped them with a soft cloth  everyday and changed their sweaters all the time.  She let them sleep in bed with her at night. She had a tea party for them every Saturday afternoon. She even took them to Grandma's with her when she went to visit.
The two teddy bears had been content with this arrangement for quite some time.  Lately, they both thought that maybe one was better than the other.
"I don't wear yucky glasses the way you do," Baxter pointed out to Billy as they sat on the bed waiting for Cindy to come home from school.
"I don't wear a silly straw hat the way you do," Billy pointed out.
"You wait", Baxter said. "When Cindy comes home from school she'll pick me up and kiss me first.  She always does."
"No, she doesn't," Billy told him.  "I'm the one she always picks up and kisses first."
"We'll see about that,"  Baxter said.
"We'll see about that,"  Billy said.

They sat on the bed together waiting for Cindy to come home.  They sat on the soft pink blanket all afternoon not saying another word to each other. At one time, they had been best friends but now, they were in the middle of a fight to see who was the cutest.  Both thought that he was. Cindy had lots of toys and dolls but Baxter and Billy had always been her favorites.  She got them from her grandpa, who died right before Baxter and Billy came to her.  They were very special indeed.
All afternoon they sat together in silence and then they heard Cindy downstairs. She was home from school! They heard her come bounding up the stairs.
"We'll see now," Baxter whispered to Billy.
"We'll see now," Billy whispered back.
Cindy came running into her bedroom and threw herself down onto the bed.  She was adorable in her brown pigtails.  She had freckles on her nose and was missing her two front teeth. Baxter and Billy remembered when she put the teeth under her pillow so that the Tooth Fairy would come and visit her. The Tooth Fairy had left her two dollars and she had brought the straw hat for Baxter and the glasses for Billy.
She picked both of them up at the same time and hugged them together.  "How are my two favorite boys doing?"  She gave them each a kiss on the cheek.  "I have such wonderful news to tell my darlings! My other tooth is loose and that means the Tooth Fairy will be coming to visit again.  When she does, I'm going to buy you boys a nice little teddy bear bed that you can share. Mommy said that she will help me pay for it because she knows how much I love my babies."  She kissed them again.  "Now, darlings, I'm going to get my milk and cookies.  You boys behave and I'll come back in a little while."  She set them down carefully on the blanket and ran back downstairs.
Baxter looked at Billy.  "Maybe we are both special."
Billy looked at Baxter.  "Maybe we are both the cutest teddy bear to Cindy."
They smiled at each other and sat on the bed waiting for her to eat her snack and then come back and play with them.

http://www.bedtime.com/html/the_teddy_bear_war.htm

Τα αρκουδάκια μαλώνουν.
  
"Είμαι ο πιο χαριτωμένος" είπε ο Μπάξτερ ο αρκούδος στον Μπίλι τον αρκούδο. Σίγουρα ήταν ένα πολύ όμορφο αρκουδάκι. Η γούνα του είχε χρώμα ανοιχτό καφέ και φορούσε ένα μωβ πουλόβερ κι ένα ψάθινο καπέλο.
"Εγώ είμαι ο πιο χαριτωμένος" επέμεινε ο Μπίλι. Ήταν κι αυτός πολύ όμορφος πραγματικά. Η γούνα του είχε χρώμα λευκό σαν χιόνι και φορούσε ένα κόκκινο πουλόβερ και μικρά γυαλάκια στο χαριτωμένο προσωπάκι του.
Τα αρκουδάκια κάθονταν στο κρεβάτι της Σίντι. Το μικρό αυτό κορίτσι, τα αγαπούσε πολύ και τα φρόντιζε. Τα σκούπιζε με ένα μαλακό πανάκι καθημερινά και τους άλλαζε ρούχα συνεχώς. Τα βράδια κοιμότανε μαζί τους. Κάθε Σάββατο απόγευμα πίνανε όλοι μαζί τσάι. Μέχρι και στο σπίτι της γιαγιάς της τα έπαιρνε όποτε πήγαινε να την επισκευτεί.
Τα δύο αρκουδάκια ήταν ευχαριστημένα με όλα αυτά μέχρι που πριν λίγο καιρό άρχισαν να πιστεύουν ότι ίσως το ένα να ήταν καλύτερο από το άλλο.
"Εγώ δε φοράω απαίσια γυαλιά όπως εσύ" είπε ο Μπάξτερ στον Μπίλι καθώς κάθονταν μια μέρα στο κρεβάτι και περίμεναν τη Σίντι να γυρίσει από το σχολείο.
"Κι εγώ δε φοράω ένα ανόητο καπέλο όπως το δικό σου" απάντησε ο Μπίλι.
"Πέριμενε" είπε ο Μπάξτερ " μόλις γυρίσει η Σίντι από το σχολείο, εμένα θα πάρει πρώτο αγγαλιά για να με φιλήσει, όπως κάνει πάντα άλλωστε."
" Όχι, δε θα το κάνει" απάντησε ο Μπίλι "εμένα φιλάει πάντα πρώτο."
"Αυτό θα το δουμε" είπε ο Μπάξτερ.
"Ναι, θα το δούμε" είπε ο Μπίλι.
Έτσι, έκατσαν μαζί στο κρεβάτι και περίμεναν τη Σίντι να γυρίσει. Πέρασαν όλο το υπόλοιπο απόγευμα πάνω στη μαλακή ροζ κουβέρτα χωρίς να πούνε λέξη το ένα στο άλλο. Κάποτε ήταν οι καλύτεροι φίλοι μα τώρα έπρεπε να μάθουν πιο από τα δύο ήταν το αγαπημένο της. Το καθένα πίστευε ότι ήταν εκείνο το καλύτερο. Η Σίντι είχε πολλά παιχνίδα και κούκλες αλλά ο Μπάξτερ και ο Μπίλι ήταν πάντα τα αγαπημένα της παιχνίδια. Της τα είχε δώσει ο παππούς της λίγο πριν πεθάνει. Ήταν πραγματικά πολύ ξεχωριστά αρκουδάκια.
Όλο το απόγευμα δεν είπαν λέξη και τότε άκουσαν τη Σίντι στον κάτω όροφο. Είχε γυρίσει από το σχολείο! Την άκουγαν να ανεβαίνει τη σκάλα.
"Τώρα θα δούμε" ψιθύρισε ο Μπάξτερ στον Μπίλι.
"Ναι, τώρα θα δούμε" απάντησε ο Μπίλι. 
Η Σίντι ήρθε τρέχοντας από το σχολείο και έπεσε με φόρα πάνω στο κρεβάτι της. Ήταν τόσο αξιαγάπητη με τα δυο καστανά της κοτσιδάκια. Είχε φακίδες στη μύτη της και της έλειπαν τα δύο μπροστινά της δόντια. Ο Μπάξτερ και ο Μπίλι θυμήθηκαν όταν τα είχε βάλει κάτω από το μαξιλάρι της για να τα βρει η Νεράιδα των δοντιών. Της είχε αφήσει δύο δολάρια, ένα για κάθε δόντι και είχε φέρει επίσης το ψάθινο καπέλο για τον Μπάξτερ και τα γυαλιά για τον Μπίλι.
Η Σίντι σήκωσε τα αρκουδάκια συγχρόνως και τα αγγάλιασε. "Τι κάνουν τα αγαπημένα μου αγοράκια;" Έδωσε στο καθένα από ένα φιλάκι στο μάγουλο. "Σας έχω υπέροχα νέα αγαπούλες μου.Κουνιέται πάλι ένα δόντι μου κι αυτό σημαίνει πως θα ξαναέρθει η Νεράιδα των δοντιών. Όταν γίνει αυτό, με τα χρήματα που θα μου αφήσει θα σας αγοράσω ένα κρεβατάκι για να το μοιράζεστε. Η μαμά είπε πως θα μου δώσει κι εκείνη χρήματα γιατί ξέρει πόσο πολύ αγαπάω τα μωράκια μου." Τα φίλησε άλλη μια φορά. "Τώρα θα πάω να φάω τα μπισκότα και το γάλα μου. Να είσαστε φρόνιμοι κι εγώ δε θα αργήσω να γυρίσω." Τα έβαλε προσεχτικά να κάτσουν στην κουβέρτα και έτρεξε πάλι κάτω.
Ο Μπάξτερ κοίταξε τον Μπίλι. "Ίσως να είμαστε και οι δύο ξεχωριστοί."
Ο Μπίλι κοίταξε κι αυτός τον Μπάξτερ με τη σειρά του. "Ίσως για τη Σίντι να είμαστε και οι δυο τα πιο χαριτωμένα αρκουδάκια."
Έτσι, χαμογέλασαν το ένα στο άλλο και έκατσαν στο κρεβάτι να περιμένουν τη Σίντι να τελειώσει το κολατσιό της και να γυρίσει για να παίξει μαζί τους. 

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

THE LAKE OF MONSTERS

Once upon a time, in a little village near Brussels called Tervuren, there was a big park and in the middle of the park there was an enormous wood and in that wood, there was a dark and gloomy/sinister lake and in that lake there lived a Monster called M.
M had eaten all the other monsters who used to live in the lake and all the children who used to go near the side of the lake and so/for that reason, he had an enormous round tummy. It was so big that when the monster moved, it scraped along the bottom of the lake/ground and so that he could move better, he had to hold on to the branches of the trees around the lake and they were all broken and almost touching the water.
M the Monster was hungry; there was no more to eat; he had eaten all the monsters and the children didn't go near the side of the lake anymore because they were scared. 
Until one day, near the lake, a group of children were playing football and one little boy kicked the ball so hard that it landed/stopped near one corner of the lake.
M, who was getting more and more hungry every day, looked at the round thing near the corner of the lake and thought: I could eat that. So he went to the corner, his tummy scraping along the ground and holding on to the branches of the trees and with one gulp/in one go/in one mouthful he swallowed the ball.
So the monsters and the children who were inside his tummy began to play a game of football and one monster kicked the ball so hard that it exploded/blew up. All the air inside the ball began to escape and the monster's tummy began to get bigger and bigger until it too exploded.
So all the monsters came out of the monster's tummy and all the children went running home to tell their parents "we're here at last" and to tell them everything that had happened.
M's tummy was not big and round anymore and it didn't touch the ground and he was thin.
He could walk without holding/grabbing on to the branches of the trees, but most of all he had friends.
There were more monsters in the lake and he could play with them.
So M thought "I'm not going to eat any more monsters or children.
And from that moment on, M only ate fruit from the trees near the lake
and when children went near the side of the lake, M gave them rides on his enormous tail.
                                                       And they all lived happily ever after.

http://www.molwick.com/en/stories/020-stories-for-kids.html#texto                                                       Η λίμνη των τεράτων

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό των Βρυξελλών που ονομαζόταν Τερβούρεν, υπήρχε ένα μεγάλο πάρκο και στη μέση του πάρκου υπήρχε ένα πελώριο δάσος με μια σκοτεινή και απειλητική λίμνη. Σε αυτή τη λίμνη ζούσε ένα τέρας που το έλεγαν Μι.
Ο Μι είχε φάει όλα τα υπόλοιπα τέρατα που ζούσανε εκεί όπως και όλα τα παιδιά που συνήθιζαν να πηγαίνουν κοντά στη λίμνη και γι' αυτό το λόγο είχε μία πελώρια, στρογγυλή κοιλιά. Ήταν τόσο μεγάλη, που κάθε φορά που ο Μι περπατούσε, η κοιλιά του σερνόταν στον πάτο της λίμνης. Έτσι για να μπορεί να μετακινείται καλύτερα, πιανόταν από τα κλαδιά των δέντρων που βρίσκονταν γύρω από τη λίμνη, τα οποία είχανε σπάσει και σχεδόν άγγιζαν το νερό.
Ο Μι ήταν πεινασμένος, δεν υπήρχε κάτι για να φάει αφού είχε ήδη φάει όλα τα υπόλοιπα τέρατα και τα παιδιά δεν πλησίαζαν πια τη λίμνη επειδή ήταν πολύ φοβισμένα.
Μέχρι που μια μέρα, μια παρέα παιδιών βρέθηκε κοντά στη λίμνη να παίζει ποδόσφαιρο. Κάποιο παιδί κλώτσησε την μπάλα τόσο δυνατά που κύλησε και σταμάτησε στην άκρη της λίμνης.
Ο Μι, που πεινούσε όλο και πιο πολύ καθώς οι μέρες περνούσαν, είδε αυτό το στρογγυλό πράγμα στην άκρη της λίμνης και σκέφτηκε να το φάει. Το πλησίασε, κι ενώ η κοιλιά του σερνόταν στον πάτο της λίμνης, πιάστηκε από τα κλαδιά των δέντρων, και με μια χαψιά, με μια κίνηση, με μια βουκιά, κατάπιε την μπάλα.
Τα τέρατα και τα παιδιά που βρίσκονταν στην κοιλιά του Μι άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο. Ένα τέρας την κλώτσησε τόσο δυνατά, που έσκασε. Ο αέρας που είχε μέσα η μπάλα άρχισε να δραπετεύει και έκανε την κοιλιά του Μι να μεγαλώνει και να μεγαλώνει, μέχρι που έσκασε κι εκείνη.
Έτσι, τα τέρατα βγήκανε από την κοιλιά του Μι και τα παιδιά έτρεξαν στα σπίτια τους και στους γονείς τους για να τους πούνε με ανυπομονησία ότι κατάφεραν επιτέλους να γυρίσουν πίσω και να τους διηγηθούνε τι είχε συμβεί.
Η κοιλιά του Μι δεν ήταν μεγάλη και στρογγυλή πλέον, ούτε ακουμπούσε τον πάτο της λίμνης. Και ο Μι ήταν αδύνατος. Μπορούσε να περπατάει χωρίς να πιάνεται από τα κλαδιά των δέντρων, μα πάνω απ' όλα είχε φίλους.
Υπήρχαν κι άλλα τέρατα στη λίμνη και μπορούσε να παίξει μαζί τους. Κι έτσι ο Μι αποφάσισε οτι δε θα ξαναέτρωγε ποτέ πια τέρατα ή παιδιά.
Από τότε ο Μι έτρωγε μόνο φρούτα από τα δέντρα της λίμνης και όταν τα παιδιά πλησίαζαν τη λίμνη, τα έκανε βόλτα πάνω στην πελώρια ουρά του.
Κι έτσι, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.